Σαν να ένιωθα ότι κάποιος ποναγε μαζί μου.. στη αρχή δεν κατάλαβα… 
Απ’ το παράθυρο άκουσα το θρόισμα των φύλλων έξω στην αυλή και μετά ένιωσα την ανάλαφρη παρουσία του αέρα στο πρόσωπο μου.. Έκλεισα τα μάτια και ταξίδεψα μαζί με τον αέρα.. 
Με πήγε κάπου, που δεν ήξερα, φοβήθηκα.. μα με τύφλωσε τόσο πολύ η ομορφιά εκείνου του τόπου, που έμεινα εκεί να κοιτάζω μαγεμένη.. Η άμμος που ήταν απαλή σαν το μετάξι, η θάλασσα που σε καλωσόριζε με το τραγούδι των κυμάτων της… και ψηλά, ένας λαμπερός ήλιος που ήταν έτοιμος να σε αποχαιρετήσει και να δώσει την σειρά του στο φεγγάρι. 
Μα για στάσου! Μου φάνηκε σαν να ήταν λυπημένος. Όχι μα πως μπορεί? Φώτιζε το πιο όμορφο τοπίο και ήταν λυπημένος? 
Τον ρώτησα θυμωμένα: «γιατί λυπάσαι Ήλιε?» εκείνος που παραξενεύτηκε με την ερώτηση μου, μου απάντησε πιο λυπημένα.. « μα δεν βλέπεις κοριτσάκι? η Αμμόχωστος είναι λυπημένη γιατί περιμένει χρόνια τώρα να βρεθεί ελεύθερη, να φιλοξενήσει ξανά στο χώμα , τα παιδιά της που τα έδιωξαν μακριά της, και πονάει η καρδιά της.. πως θέλεις εγώ να είμαι χαρούμενος?» μου είπε και έφυγε πάλι λυπημένα.. 

έμεινα εκεί να σκέφτομαι όσα είπε.. «γη που νοσταλγωωω» άκουσα πάλι την φωνή του Νταλάρα στα αυτιά μου και ξύπνησα.. «ήλιε?» είπα μέσα στην ταραχή μου. Δεν μου απάντησε κανένας. Ήταν όνειρο. 

«Τραγουδαω για μια πόλη που χω μέσα στην κάρδια, τραγουδάω για μια κόρη, κόρη στην ακρογιαλιά…» άκουγα πάλι την φωνή του Νταλάρα. Έκλεισα την μουσική και βγήκα έξω στην βεράντα!! 
Μύρισα τον αέρα και τον άφησα να χαϊδέψει το πρόσωπο μου.. σήκωσα τα μάτια ψηλά στον ουρανό. Γύρεψα τον ήλιο. Τον αντίκρισα. Δεν ήταν δυνατόν πάλι ήταν λυπημένος.. δεν του θύμωσα αυτή τη φορά! Χαμογέλασα! 
Εκείνος με κοίταξε παραξενεμένος .. « μην ανησυχείς δεν ξεχάσαμε! τουλάχιστον όχι όλοι! Να πεις στην Αμμόχωστο να μας περιμένει γιατί θα γυρίσουμε! Να της πεις να ανοίξει ξανά την αγκαλιά της γιατί τα παιδιά της θα γυρίσουν πάλι στην μάνα τους !!» του είπα με σιγουριά! Δεν είμαι σίγουρη αλλά μου φάνηκε ότι μου χαμογέλασε και αυτός! Δεν ήταν λυπημένος μα σαν να έλαμπε χαρούμενος!

Χαμογέλασα και εγώ και μπήκα ξανά σπίτι. Έβαλα πάλι τον Γιώργο Νταλάρα και άφησα ξανά την μουσική να με ταξιδέψει στο χρυσαφί εκείνο χώμα.. και η μουσική συνέχιζε στον ίδιο ρυθμό… « και εμείς πουλιά που διώξαν μας, τον Αύγουστο οι εχθροί σου να ξέρεις θα γυρίσουμε πιστοί στην άνοιξη σου…»

ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ